λοιδορώ
•
- χλευάζω, κοροϊδεύω προσβλητικά, περιγελώ/περιπαίζω, κακολογώ κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοιδορώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λοιδορῶ, συνηρημένος τύπος του λοιδορέω, με διάφορες υποθέσεις ετυμολόγησης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λοιδορώ | λοιδορείς | λοιδορεί | λοιδορούμε | λοιδορείτε | λοιδορούν / λοιδορούνε |
| Παρατατικός | λοιδορούσα | λοιδορούσες | λοιδορούσε | λοιδορούσαμε | λοιδορούσατε | λοιδορούσαν / λοιδορούσανε |
| Αόριστος | λοιδόρησα | λοιδόρησες | λοιδόρησε | λοιδορήσαμε | λοιδορήσατε | λοιδορήσαν / λοιδορήσανε / λοιδόρησαν |
| Μέλλοντας | θα λοιδορήσω / θα λοιδορώ | θα λοιδορήσεις / θα λοιδορείς | θα λοιδορήσει / θα λοιδορεί | θα λοιδορήσουμε / θα λοιδορούμε | θα λοιδορήσετε / θα λοιδορείτε | θα λοιδορήσουν / θα λοιδορήσουνε / θα λοιδορούν / θα λοιδορούνε |
| Παρακείμενος | έχω λοιδορήσει | έχεις λοιδορήσει | έχει λοιδορήσει | έχουμε λοιδορήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λοιδορήσει | είχες λοιδορήσει | είχε λοιδορήσει | είχαμε λοιδορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λοιδορήσει / να λοιδορήσω / να λοιδορώ | να έχεις λοιδορήσει / να λοιδορήσεις / να λοιδορείς | να έχει λοιδορήσει / να λοιδορήσει / να λοιδορεί | να έχουμε λοιδορήσει / να λοιδορήσουμε / να λοιδορούμε | να λοιδορήσετε / να λοιδορείτε | να λοιδορήσουν / να λοιδορήσουνε / να λοιδορούν / να λοιδορούνε |
| Προστακτική | — | λοιδόρησε | — | — | λοιδορήστε / λοιδορείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λοιδορήθηκαλοιδορούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →