λοιμωξιολογικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με τον λοιμωξιολόγο ή τη λοιμωξιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοιμωξιολογικός < λοιμωξιολόγος / λοιμωξιολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λοιμωξιολογικός | λοιμωξιολογική | λοιμωξιολογικό |
| Γενική | λοιμωξιολογικού | λοιμωξιολογικής | λοιμωξιολογικού |
| Αιτιατική | λοιμωξιολογικό | λοιμωξιολογική | λοιμωξιολογικό |
| Κλητική | λοιμωξιολογικέ | λοιμωξιολογική | λοιμωξιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λοιμωξιολογικοί | λοιμωξιολογικές | λοιμωξιολογικά |
| Γενική | λοιμωξιολογικών | λοιμωξιολογικών | λοιμωξιολογικών |
| Αιτιατική | λοιμωξιολογικούς | λοιμωξιολογικές | λοιμωξιολογικά |
| Κλητική | λοιμωξιολογικοί | λοιμωξιολογικές | λοιμωξιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →