Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λοιμωξιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τον λοιμωξιολόγο ή τη λοιμωξιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λοιμωξιολογικός < λοιμωξιολόγος / λοιμωξιολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλοιμωξιολογικόςλοιμωξιολογικήλοιμωξιολογικό
Γενικήλοιμωξιολογικούλοιμωξιολογικήςλοιμωξιολογικού
Αιτιατικήλοιμωξιολογικόλοιμωξιολογικήλοιμωξιολογικό
Κλητικήλοιμωξιολογικέλοιμωξιολογικήλοιμωξιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλοιμωξιολογικοίλοιμωξιολογικέςλοιμωξιολογικά
Γενικήλοιμωξιολογικώνλοιμωξιολογικώνλοιμωξιολογικών
Αιτιατικήλοιμωξιολογικούςλοιμωξιολογικέςλοιμωξιολογικά
Κλητικήλοιμωξιολογικοίλοιμωξιολογικέςλοιμωξιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →