λοιμώδης αγαλαξία
•
- ιατρικήασθένεια η όποια πλήττει τα αιγοπρόβατα μειώνοντας την γαλακτοπαραγωγή τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοιμώδης αγαλαξία < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική agalaxie contagieuse → δείτε και τις λέξεις λοιμώδης και αγαλαξία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λοιμώδης αγαλαξία | — |
| Γενική | λοιμώδους αγαλαξίας | — |
| Αιτιατική | λοιμώδη αγαλαξία | — |
| Κλητική | λοιμώδης αγαλαξία | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →