λοιπόν
•
- χρησιμοποιείται σαν συμπερασματικός σύνδεσμος, για να εισαγάγει μια πρόταση που αποτελεί λογικό συμπέρασμα της προηγούμενης: Βικιλεξικό
- Δεν έχουμε λεφτά; Λοιπόν, δεν θα πάμε διακοπές φέτος.
Ετυμολογία
λοιπόν < ελληνιστική λοιπόν < αρχαία ελληνική λοιπός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →