λοιπός
•
- ο υπολοιπόμενος μετά από αφαίρεση ή χωρισμό Βικιλεξικό
- «χίλιοι εφονεύθησαν και οι λοιποί αιχμαλωτίσθηκαν»
Ετυμολογία
λοιπός < από το ασθενές θέμα παρακειμένου (λέλοιπα) του ρ. λείπω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λοιπός | λοιπή | λοιπό |
| Γενική | λοιπού | λοιπής | λοιπού |
| Αιτιατική | λοιπό | λοιπή | λοιπό |
| Κλητική | λοιπέ | λοιπή | λοιπό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λοιποί | λοιπές | λοιπά |
| Γενική | λοιπών | λοιπών | λοιπών |
| Αιτιατική | λοιπούς | λοιπές | λοιπά |
| Κλητική | λοιποί | λοιπές | λοιπά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →