Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λοιπός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο υπολοιπόμενος μετά από αφαίρεση ή χωρισμό Βικιλεξικό
    • «χίλιοι εφονεύθησαν και οι λοιποί αιχμαλωτίσθηκαν»

Ετυμολογία

λοιπός < από το ασθενές θέμα παρακειμένου (λέλοιπα) του ρ. λείπω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλοιπόςλοιπήλοιπό
Γενικήλοιπούλοιπήςλοιπού
Αιτιατικήλοιπόλοιπήλοιπό
Κλητικήλοιπέλοιπήλοιπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλοιποίλοιπέςλοιπά
Γενικήλοιπώνλοιπώνλοιπών
Αιτιατικήλοιπούςλοιπέςλοιπά
Κλητικήλοιποίλοιπέςλοιπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →