λοκ άουτ
•
- το προσωρινό κλείσιμο μιας επιχείρησης από τον εργοδότη ως αντίδραση σε απεργία των εργαζομένων Βικιλεξικό
- Η αποτυχία στις διαβουλεύσεις μεταξύ των ενώσεων των δασκάλων και των δημοτικών αρχών για το ωράριο εργασίας στα σχολεία οδήγησε σε πρωτοφανές λοκ-άουτ, με τον αποκλεισμό χιλιάδων δασκάλων από τις τάξεις. (Εφημερίδα Το Βήμα, 3/4/2013)
Ετυμολογία
λοκ άουτ < αγγλική lock out
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →