λοκαντιέρης
•
- επάγγελμαο ιδιοκτήτης πανδοχείου, ο διευθυντής του ή κάποιος υπάλληλος σ' αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοκαντιέρης < λοκάντ(α) + -ιέρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λοκαντιέρης | λοκαντιέρηδες |
| Γενική | λοκαντιέρη | λοκαντιέρηδων |
| Αιτιατική | λοκαντιέρη | λοκαντιέρηδες |
| Κλητική | λοκαντιέρη | λοκαντιέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →