λοξοκοιτάζω
•
- κοιτάζω λοξά, πλάγια Βικιλεξικό
- κοιτάζω κάποιον με καχυποψία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοξοκοιτάζω < λοξά + κοιτάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λοξοκοιτάζω | λοξοκοιτάζεις | λοξοκοιτάζει | λοξοκοιτάζουμε | λοξοκοιτάζετε | λοξοκοιτάζουν / λοξοκοιτάζουνε |
| Παρατατικός | λοξοκοίταζα | λοξοκοίταζες | λοξοκοίταζε | λοξοκοιτάζαμε | λοξοκοιτάζατε | λοξοκοίταζαν / λοξοκοιτάζαν / λοξοκοιτάζανε |
| Αόριστος | λοξοκοίταξα | λοξοκοίταξες | λοξοκοίταξε | λοξοκοιτάξαμε | λοξοκοιτάξατε | λοξοκοίταξαν / λοξοκοιτάξαν / λοξοκοιτάξανε |
| Μέλλοντας | θα λοξοκοιτάζω / θα λοξοκοιτάξω | θα λοξοκοιτάζεις / θα λοξοκοιτάξεις | θα λοξοκοιτάζει / θα λοξοκοιτάξει | θα λοξοκοιτάζουμε / θα λοξοκοιτάξουμε | θα λοξοκοιτάζετε / θα λοξοκοιτάξετε | θα λοξοκοιτάζουν / θα λοξοκοιτάζουνε / θα λοξοκοιτάξουν / θα λοξοκοιτάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω λοξοκοιτάξει | έχεις λοξοκοιτάξει | έχει λοξοκοιτάξει | έχουμε λοξοκοιτάξει | έχετε λοξοκοιτάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λοξοκοιτάξει | είχες λοξοκοιτάξει | είχε λοξοκοιτάξει | είχαμε λοξοκοιτάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λοξοκοιτάξει / να λοξοκοιτάζω / να λοξοκοιτάξω | να έχεις λοξοκοιτάξει / να λοξοκοιτάζεις / να λοξοκοιτάξεις | να έχει λοξοκοιτάξει / να λοξοκοιτάζει / να λοξοκοιτάξει | να έχουμε λοξοκοιτάξει / να λοξοκοιτάζουμε / να λοξοκοιτάξουμε | να έχετε λοξοκοιτάξει / να λοξοκοιτάζετε / να λοξοκοιτάξετε | να λοξοκοιτάζουν / να λοξοκοιτάζουνε / να λοξοκοιτάξουν / να λοξοκοιτάξουνε |
| Προστακτική | — | λοξοκοίταζε / λοξοκοίταξε | — | — | λοξοκοιτάζετε / λοξοκοιτάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →