Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λοστός

/loˈstos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο σιδερένιος μοχλός, το εργαλείο για τη μετακίνηση βαριών αντικειμένων Βικιλεξικό
    • λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)

Ετυμολογία

λοστός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λοστός < αρχαία ελληνική λοῖσθος (στη σημασία: 'κοντάρι πλοίου')

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλοστόςλοστοί
Γενικήλοστούλοστών
Αιτιατικήλοστόλοστούς
Κλητικήλοστέλοστοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →