Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λουδοβίκειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με Λουδοβίκο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένολουδοβίκειο / λουδοβίκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λουδοβίκειος < Λουδοβίκος + -ειος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλουδοβίκειοςλουδοβίκειαλουδοβίκειο
Γενικήλουδοβίκειουλουδοβίκειαςλουδοβίκειου
Αιτιατικήλουδοβίκειολουδοβίκειαλουδοβίκειο
Κλητικήλουδοβίκειελουδοβίκειαλουδοβίκειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλουδοβίκειοιλουδοβίκειεςλουδοβίκεια
Γενικήλουδοβίκειωνλουδοβίκειωνλουδοβίκειων
Αιτιατικήλουδοβίκειουςλουδοβίκειεςλουδοβίκεια
Κλητικήλουδοβίκειοιλουδοβίκειεςλουδοβίκεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →