Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λουκουμάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του λουκούμι Βικιλεξικό
  2. οικείοχαϊδευτικός χαρακτηρισμός ερωτικού συντρόφου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λουκουμάκι < υποκοριστικό του λουκούμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλουκουμάκιλουκουμάκια
Γενική——
Αιτιατικήλουκουμάκιλουκουμάκια
Κλητικήλουκουμάκιλουκουμάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →