λουκουμάκι
•
- υποκοριστικό του λουκούμι Βικιλεξικό
- οικείοχαϊδευτικός χαρακτηρισμός ερωτικού συντρόφου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λουκουμάκι < υποκοριστικό του λουκούμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λουκουμάκι | λουκουμάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | λουκουμάκι | λουκουμάκια |
| Κλητική | λουκουμάκι | λουκουμάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →