Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λουλάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η εστία του ναργιλέ, όπου τοποθετείται χαρμάνι καπνού και κάρβουνα Βικιλεξικό
    • Όταν καπνίζει ο λουλάς, / εσύ δεν πρέπει να μιλάς. / Κοίταξε, τριγύρω οι μάγκες / κάνουν όλοι τουμπεκί. (Από τραγούδι σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μητσάκη)
  2. ο θολωτός αποστακτήρας για παραγωγή οινοπνευματωδών (όπως τσίπουρο, ρακή, τσικουδιά) ποτών που προσαρμόζεται στο καζάνι κατά το καζάνεμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λουλάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική lüle < περσική لوله (lule)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλουλάςλουλάδες
Γενικήλουλάλουλάδων
Αιτιατικήλουλάλουλάδες
Κλητικήλουλάλουλάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →