λουμπάρδα
•
- παρωχημένοκανόνι Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: μπομπάρδα
- παρωχημένοοι οδικές σήραγγες ή τούνελ που άνοιγαν οι μηχανικοί στα βουνά με ανατινάξεις βράχων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λουμπάρδα < μεσαιωνική ελληνική λομπάρδα / λουμπάρδα / λουρπάρδα < ισπανική lombarda , θηλυκό του lombardo < υστερολατινική Longobardus / Longobardi < πρωτογερμανική *langaz (μακρύς) + *bardaz (γένι) ή *bardǭ / *barduz (τσεκούρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λουμπάρδα | λουμπάρδες |
| Γενική | λουμπάρδας | λουμπαρδών |
| Αιτιατική | λουμπάρδα | λουμπάρδες |
| Κλητική | λουμπάρδα | λουμπάρδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →