Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λουράκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του λουρί Βικιλεξικό
    • Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)

Ετυμολογία

λουράκι < λουρί + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλουράκιλουράκια
Γενική——
Αιτιατικήλουράκιλουράκια
Κλητικήλουράκιλουράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →