Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λουρίδα

/luˈɾi.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόλωρίδα, στενόμακρη περιοχή ή τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου Βικιλεξικό
  2. ενδυμασίαδερμάτινη ανδρική ζώνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λουρίδα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή *λωρίς (< ελληνιστική κοινή λῶρος → δείτε λουρί), από την αιτιατική «τὴν λωρ-ίδα» και με ανύψωση [o > u] από επίδραση του λάμβδα [l] ή κατά το συγγενές λουρί· λόγια επίδραση με βάση την ελληνιστική κοινή λῶρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλουρίδαλουρίδες
Γενικήλουρίδαςλουρίδων
Αιτιατικήλουρίδαλουρίδες
Κλητικήλουρίδαλουρίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →