λουστράκος
•
- υποκοριστικόμικρός λούστρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λουστράκος < λούστρ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λουστράκος | λουστράκοι |
| Γενική | λουστράκου | λουστράκων |
| Αιτιατική | λουστράκο | λουστράκους |
| Κλητική | λουστράκο | λουστράκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →