λουστρίνι
•
- δέρμα με επίστρωση ειδικού γυαλιστερού βερνικιού, ώστε να μην ξεβάφει για να μην χρειάζεται συχνό βάψιμο Βικιλεξικό
- Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- Ένα από τα βασικά είδη δέρματος, το οποίο όλοι αναγνωρίζουμε εξ όψεως είναι το γυαλισμένο δέρμα (Polished Leather), το οποίο είναι διαφορετικό από το λουστρίνι (Patent leather) και δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται. (Γνωρίζοντας του τύπους δέρματος Β΄, mortoglou.gr, ανακτήθηκε στις 9/1/2025 https://www.mortoglou.gr/mortoglou-blog/gnorizontas-tous-typous-dermatos-b-meros?srsltid=AfmBOooXEg0-o1tIZ2o_Szws8WVsyyVuB36YEAmpIppX41abmov7RCkv)
- συνεκδοχικάκάθε τι κατασκευασμένο με τέτοιο δέρμα Βικιλεξικό
- ειδικότεραπαπούτσι από λουστρίνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λουστρίνι < (άμεσο δάνειο) βενετική lustrin
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λουστρίνι | λουστρίνια |
| Γενική | λουστρινιού | λουστρινιών |
| Αιτιατική | λουστρίνι | λουστρίνια |
| Κλητική | λουστρίνι | λουστρίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →