λουτράρηδες
•
- λουτράρης, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- λουτράρης, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- λουτράρης, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →