λουτσέκι
•
- παρωχημένομονάδα μέτρησης (ή χωρητικότητας) δημητριακών, ίσο με 40 οκάδες ή δύο κουβέλια Βικιλεξικό
- 1793, Μαρτίου 18. Κακὸν ὁποῦ ὑπέστην ἐγὼ ὁ δύστυχος, ἦλθε ἡ ἀκρίβεια εἰς τὰ Τρίκαλα καὶ πάησε τὸ λοτζέκι τρία καὶ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς (...) φυλάῃ ἀπὸ παραπάνω. (Από ενθύμηση σε εκκλησιαστικό βιβλίο· βλ. Γουγουλάκη-Ζιώζια Ευαγγελία, Αξιοσημείωτα ιστορικά γεγονότα και άλλα συμβάντα στην περιοχή των Τρικάλων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως μαρτυρούνται από διάφορες ενθυμήσεις, περιοδικό Τρικαλινά, 13, 1993, σελ. 268)
Ετυμολογία
λουτσέκι < μεσαιωνική ελληνική λουτσέκι < τουρκική ölçek < ölçmek (μετρώ) < παλαιά τουρκική *ül(ü)ş-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λουτσέκι | λουτσέκια |
| Γενική | λουτσεκιού | λουτσεκιών |
| Αιτιατική | λουτσέκι | λουτσέκια |
| Κλητική | λουτσέκι | λουτσέκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →