Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λουφατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που αποφεύγει συστηματικά ανάληψη εργασίας, ή υπηρεσίας ιδιαίτερα στο στρατό, σε βάρος των συναδέλφων του Βικιλεξικό
  2. αυτός που λουφάζει, μαζεύεται από φόβο ή αμηχανία και μένει σιωπηρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λουφατζής < λούφα + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλουφατζήςλουφατζήδες
Γενικήλουφατζήλουφατζήδων
Αιτιατικήλουφατζήλουφατζήδες
Κλητικήλουφατζήλουφατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →