Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λουόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. αυτός που κάνει μπάνιο· αυτός που κολυμπάει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λουόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος λούω· λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική λούομαι (λούζομαι), με λανθασμένη μεταβολή σημασίας ως μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική baigneur

Άλλοι τύποι

λουόμεναλουόμενελουόμενεςλουόμενηλουόμενηςλουόμενολουόμενοιλουόμενοςλουόμενουλουόμενουςλουόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →