Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λοφίδιο

/loˈfi.ði.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανατομίαμέρος οστού της παρεγκεφαλίδας το οποίο μοιάζει με μικρό λόφο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λοφίδιο < ελληνιστική κοινή λοφίδιον. Μορφολογικά αναλύεται σε λόφ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ίδιο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλοφίδιολοφίδια
Γενικήλοφίδιου / λοφιδίουλοφιδίων
Αιτιατικήλοφίδιολοφίδια
Κλητικήλοφίδιολοφίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →