Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λούγκρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αργκόο ομοφυλόφιλος Βικιλεξικό
    • θέλησα να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά, αντί για τα τετριμμένα συκιά, ντιντής, φινιστρίνι, λουλού, λούγκρα, αδερφάρα, πισωγλέντης, κουνίστρω, οπισθόβουλος, οπισθογεμής και λοιπά, θέλησα να τον χαρακτηρίσω με μια εικόνα που υπέθεσα θα περνούσε κάτω απ' το ραντάρ της πολιτικής ορθότητας και τον χαρακτήρισα «φούστα - πούτσα» (Δημήτρης Νόλλας, Οι απέθαντοι, Μια αληθινή ιστορία που έγινε πραγματική, 2023)
  2. παρωχημένοτο γουρούνι Βικιλεξικό
    • Είχαμε βρει μια γωνιά - πού δέ μᾶς ἔβλεπαν ἀπ' τό δρόμο κι ἐκεῖ τά κάναμε . Μετά οἱ κότες κι ἡ λούγκρα – τό γουρούνι , δηλαδή - τά καθαρίζανε (Ευγενία Φακίνου, Αστραδενή, εκδ. Κέδρος, 1982, σελ. 24)
    • Λούγκρα, ἡ: ἡ ὗς καὶ Λουγκρί, τό: ὁ χοῖρος καὶ ἡ ὗς (Σύγγραμμα περιοδικών, Τόμος 8, κεφάλαιο Συμαϊκή διάλεκτος, Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Κωνσταντινούπολη, 1874, σελ. 473)
  3. παρωχημένοη πεταλούδα του μεταξοσκώληκα Βικιλεξικό
    • Λούνα, λούγκρα, λούφα: ἡ ἀδηφάγος σής, ἡ πεταλούδα τῶν σηροσκωλήκων (Εμμανουήλ Μανωλακάκης, Nichtlateinische Schriftzeichen, 1896, σελ. 200 https://www.google.gr/books/edition/Nichtlateinische_Schriftzeichen/JdAGD0gVBGoC?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1&pg=PA200&printsec=frontcover)
  4. αργκόπολύ κακιά στα καλιαρντά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λούγκρα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλούγκραλούγκρες
Γενικήλούγκραςλουγκρών
Αιτιατικήλούγκραλούγκρες
Κλητικήλούγκραλούγκρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →