Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λούζομαι

ρήμα
•
  1. αμετάβατολούζω τα μαλλιά μου Βικιλεξικό
    • Ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιὰ ὁ Πάνος χαίρεται περισσότερο τὸ νερό. Αὐτὸς κάθεται στὴ βρύση ἀπὸ κάτω μὲ τὸ κορμὶ γδυτὸ καὶ λούζεται. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
  2. μεταβατικόυπομένω κάποιον ή κάτι ενοχλητικό Βικιλεξικό
    • Και γιατί να βοηθήσεις; Εμείς φταίμε για όλα. Και έτσι που τα κάμαμε, ας κάτσουμε να τα λουστούμε. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 141)
    • εγώ γλίτωσα προς το παρόν από δαύτονε· σειρά σου να τον λουστείς εσύ
  3. περιβάλλομαι Βικιλεξικό
    • Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρω­τήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)

Ετυμολογία

λούζομαι < παθητική φωνή του ρήματος λούζω

Άλλοι τύποι

λουζόμουνλουσμένοςλουστώλούστηκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →