λούκι
•
- αγωγός / σωλήνας συγκέντρωσης και απορροής ή αποχέτευσης των νερών της βροχής από τη στέγη ή άλλα σημεία Βικιλεξικό
- Το νερό έτρεχε βρύση από τα λούκια, πιτσιλούσε τρόγυρα κι αναγκάζονταν οι κυρίες να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τον αστράγαλο, ωσάμ' εκεί που άρχιζε η γάμπα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- ενδυμασίαείδος πτύχωσης σε ρούχο (φούστες κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λούκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική اولق (oluk, υδρορροή) + -ι (τουρκική oluk) με αποβολή του αρχικού φωνήεντος από συμπροφορά με το άρθρο και ανασυλλαβισμό: [to-olu > tolu > to-lu] < πρωτοτουρκική *oluk
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λούκι | λούκια |
| Γενική | λουκιού | λουκιών |
| Αιτιατική | λούκι | λούκια |
| Κλητική | λούκι | λούκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →