λούλα
•
- αργκόη βαριοποπούλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- αργκό→ ζητούμενο λήμμα κουτή γυναίκα, ψευτοκυρά μεγαλοπαρμένη Βικιλεξικό
- χυδαίοο ομοφυλόφιλος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λούλα < → λείπει η ετυμολογία το χαϊδευτικό όνομα Λούλα σε μεταφορική, ειρωνική χρήση : Δε σχετίζεται με την لُؤْلُؤَة (luʔluʔa, γυναικείο όνομα όπως 'Μαργαριταρένια') < لُؤْلُؤ (luʔluʔ, μαργαριτάρι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λούλα | λούλες |
| Γενική | λούλας | — |
| Αιτιατική | λούλα | λούλες |
| Κλητική | λούλα | λούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →