λούμπεν προλεταριάτο
•
- κοινωνιολογίατο κατώτερο, το πιο εξαθλιωμένο στρώμα των μισθωτών εργατών (του προλεταριάτου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λούμπεν προλεταριάτο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Lumpenproletariat < Lump (κουρέλι) + Proletariat (< λατινική proletarius < proles: ο απόγονος)· → δείτε και τις λέξεις λούμπεν και προλεταριάτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λούμπεν προλεταριάτο | λούμπεν προλεταριάτα |
| Γενική | λούμπεν προλεταριάτου | λούμπεν προλεταριάτων |
| Αιτιατική | λούμπεν προλεταριάτο | λούμπεν προλεταριάτα |
| Κλητική | λούμπεν προλεταριάτο | λούμπεν προλεταριάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →