λούρεξ
•
- ενδυμασίαελαστικό ύφασμα με γυαλιστερή κλωστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λούρεξ < αγγλική Lurex < lure + -ex < αγγλονορμανδική lure < παλαιά γαλλική loirre < φραγκική *lōþr < πρωτογερμανική *lōþr-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →