Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λούτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόαπογοητευμένος, λυπημένος Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόανόητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λούτος < ιταλική luttus < λατινική luctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος lugeo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewǵ-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλούτοςλούταλούτο
Γενικήλούτουλούταςλούτου
Αιτιατικήλούτολούταλούτο
Κλητικήλούτελούταλούτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλούτοιλούτεςλούτα
Γενικήλούτωνλούτωνλούτων
Αιτιατικήλούτουςλούτεςλούτα
Κλητικήλούτοιλούτεςλούτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →