λυκειάρχης
•
- εκπαίδευσηο διευθυντής ενός λυκείου (σχολείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυκειάρχης < λύκει(ο) + -άρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυκειάρχης | λυκειάρχες |
| Γενική | λυκειάρχη / λυκειάρχου | λυκειαρχών |
| Αιτιατική | λυκειάρχη | λυκειάρχες |
| Κλητική | λυκειάρχα / λυκειάρχη | λυκειάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →