λυκόζη
•
- εντομολογίαταξινομικό γένος αραχνών της οικογένειας Lycosinae Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυκόζη < νεολατινική Lycosa < αρχαία ελληνική λύκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυκόζη | λυκόζες |
| Γενική | λυκόζης | λυκοζών |
| Αιτιατική | λυκόζη | λυκόζες |
| Κλητική | λυκόζη | λυκόζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →