λυκόμορφος
•
- που έχει την εμφάνιση λύκου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυκόμορφος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική λυκόμορφος < λυκό- + -μορφος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυκόμορφος | λυκόμορφη | λυκόμορφο |
| Γενική | λυκόμορφου | λυκόμορφης | λυκόμορφου |
| Αιτιατική | λυκόμορφο | λυκόμορφη | λυκόμορφο |
| Κλητική | λυκόμορφε | λυκόμορφη | λυκόμορφο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυκόμορφοι | λυκόμορφες | λυκόμορφα |
| Γενική | λυκόμορφων | λυκόμορφων | λυκόμορφων |
| Αιτιατική | λυκόμορφους | λυκόμορφες | λυκόμορφα |
| Κλητική | λυκόμορφοι | λυκόμορφες | λυκόμορφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →