Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λυκόμορφος

/liˈko.moɾ.fos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει την εμφάνιση λύκου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λυκόμορφος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική λυκόμορφος < λυκό- + -μορφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλυκόμορφοςλυκόμορφηλυκόμορφο
Γενικήλυκόμορφουλυκόμορφηςλυκόμορφου
Αιτιατικήλυκόμορφολυκόμορφηλυκόμορφο
Κλητικήλυκόμορφελυκόμορφηλυκόμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλυκόμορφοιλυκόμορφεςλυκόμορφα
Γενικήλυκόμορφωνλυκόμορφωνλυκόμορφων
Αιτιατικήλυκόμορφουςλυκόμορφεςλυκόμορφα
Κλητικήλυκόμορφοιλυκόμορφεςλυκόμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →