Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λυκόπουλο

/liˈko.pu.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θηλαστικό ζώοτο μικρό ενός λύκου Βικιλεξικό
  2. παιδί, μέλος του παιδικού τμήματος στον προσκοπισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λυκόπουλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λυκόπουλο < (λύκος) λυκ- + -όπουλο :* για τη σημασία στον προσκοπισμό: (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική wolf cub

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλυκόπουλολυκόπουλα
Γενικήλυκόπουλουλυκόπουλων
Αιτιατικήλυκόπουλολυκόπουλα
Κλητικήλυκόπουλολυκόπουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →