λυπησιάρης
•
- που λυπάται εύκολα Βικιλεξικό
- που είναι για λύπηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυπησιάρης < λύπηση + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυπησιάρης | λυπησιάρηδες |
| Γενική | λυπησιάρη | λυπησιάρηδων |
| Αιτιατική | λυπησιάρη | λυπησιάρηδες |
| Κλητική | λυπησιάρη | λυπησιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →