λυράρη
•
- λυράρης, στη γενική του ενικού Βικιλεξικό
- λυράρης, στην αιτιατική του ενικού Βικιλεξικό
- λυράρης, στην κλητική του ενικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →