λυράρης
•
- επάγγελμααυτός που παίζει λύρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυράρης < λύρ(α) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυράρης | λυράρηδες |
| Γενική | λυράρη | λυράρηδων |
| Αιτιατική | λυράρη | λυράρηδες |
| Κλητική | λυράρη | λυράρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →