λυρική ποίηση
•
- φιλολογίαη ποίηση που τραγουδιόταν, είτε από ένα άτομο είτε από ομάδα τραγουδιστών, με συνοδεία λύρας αρχικά και στη συνέχεια με άλλα μουσικά όργανα, όπως ο αυλός, η κιθάρα, η φόρμιγγα, η βάρβιτος κ.ά. Βικιλεξικό
- γενικότεραποίηση που χαρακτηρίζεται από λυρισμό, συνήθως εκφράζοντας προσωπικά συναισθήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυρική ποίηση < → δείτε τις λέξεις λυρικός και ποίηση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →