λυσάρι
•
- προφορικότο σχολικό βοήθημα που περιέχει απαντήσεις σε ασκήσεις και προβλήματα σχολικού βιβλίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυσάρι < λύσ(η) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυσάρι | λυσάρια |
| Γενική | λυσαριού | λυσαριών |
| Αιτιατική | λυσάρι | λυσάρια |
| Κλητική | λυσάρι | λυσάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →