λυσσαλέος
•
- που χαρακτηρίζεται από λύσσα, μανία, φοβερή ορμή, πείσμα και εχθρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυσσαλέος < λύσσ(α) + -αλέος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυσσαλέος | λυσσαλέα | λυσσαλέο |
| Γενική | λυσσαλέου | λυσσαλέας | λυσσαλέου |
| Αιτιατική | λυσσαλέο | λυσσαλέα | λυσσαλέο |
| Κλητική | λυσσαλέε | λυσσαλέα | λυσσαλέο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυσσαλέοι | λυσσαλέες | λυσσαλέα |
| Γενική | λυσσαλέων | λυσσαλέων | λυσσαλέων |
| Αιτιατική | λυσσαλέους | λυσσαλέες | λυσσαλέα |
| Κλητική | λυσσαλέοι | λυσσαλέες | λυσσαλέα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →