λυχνία
•
- συσκευή για την παραγωγή φωτός είτε ως ένδειξη λειτουργίας είτε για να φωτιστεί ένας χώρος, λαμπτήρας Βικιλεξικό
- Η μικροσκόπηση έγινε με μικροσκόπιο φθορισμού προσπίπτουσας ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε λυχνία Hg 50 W υπερυψηλής πίεσης με μπλε φίλτρο για παραγωγή ακτινοβολίας διέγερσης μήκους κύματος 390-490nm και αρχική μεγέθυνση 400χ (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 103)
- η λυχνία κενού (εξάρτημα ηλεκτρονικών συσκευών) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυχνία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυχνία | λυχνίες |
| Γενική | λυχνίας | λυχνιών |
| Αιτιατική | λυχνία | λυχνίες |
| Κλητική | λυχνία | λυχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →