λυχνίτης
•
- είδος μαρμάρου που είναι πολύ λευκό και μπορεί σε αυτό να σκαλιστεί ένα κείμενο και εμφανιστεί μόνο με έκθεσή σε ένα προβολέα Βικιλεξικό
- ορυκτολογίαερυθρός πολύτιμος λίθος, το ρουμπίνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυχνίτης < ελληνιστική κοινή λυχνίτης < λύχνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυχνίτης | λυχνίτες |
| Γενική | λυχνίτη | λυχνιτών |
| Αιτιατική | λυχνίτη | λυχνίτες |
| Κλητική | λυχνίτη | λυχνίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →