Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λωβιάζω

/loˈvʝa.zo/ρήμα
•
  1. δημοτικήπάσχω από λέπρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λωβιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λωβιάζω < λώβ(α) + -ιάζω < αρχαία ελληνική λωβάζω, τύπος του λωβάομαι / λωβώμαι (κακομεταχειρίζομαι, ακρωτηριάζω) < λώβη (ακρωτηριασμός)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλωβιάζωλωβιάζειςλωβιάζειλωβιάζουμελωβιάζετελωβιάζουν / λωβιάζουνε
Παρατατικόςλώβιαζαλώβιαζεςλώβιαζελωβιάζαμελωβιάζατελωβιάζαν / λωβιάζανε / λώβιαζαν
Αόριστοςλώβιασαλώβιασεςλώβιασελωβιάσαμελωβιάσατελωβιάσαν / λωβιάσανε / λώβιασαν
Μέλλονταςθα λωβιάζω / θα λωβιάσωθα λωβιάζεις / θα λωβιάσειςθα λωβιάζει / θα λωβιάσειθα λωβιάζουμε / θα λωβιάσουμεθα λωβιάζετε / θα λωβιάσετεθα λωβιάζουν / θα λωβιάζουνε / θα λωβιάσουν / θα λωβιάσουνε
Παρακείμενοςέχω λωβιάσειέχεις λωβιάσειέχει λωβιάσειέχουμε λωβιάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα λωβιάσειείχες λωβιάσειείχε λωβιάσειείχαμε λωβιάσει——
Υποτακτικήνα έχω λωβιάσει / να λωβιάζω / να λωβιάσωνα έχεις λωβιάσει / να λωβιάζεις / να λωβιάσειςνα έχει λωβιάσει / να λωβιάζει / να λωβιάσεινα έχουμε λωβιάσει / να λωβιάζουμε / να λωβιάσουμενα λωβιάζετε / να λωβιάσετενα λωβιάζουν / να λωβιάζουνε / να λωβιάσουν / να λωβιάσουνε
Προστακτική—έχε λωβιασμένο / λώβιαζε / λώβιασε——λωβιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

λωβιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →