λωλαίνω
•
- κάνω κάποιον λωλό, τον τρελαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λωλαίνω < λωλός + -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λωλαίνω | λωλαίνεις | λωλαίνει | λωλαίνουμε | λωλαίνετε | λωλαίνουν / λωλαίνουνε |
| Παρατατικός | λώλαινα | λώλαινες | λώλαινε | λωλαίναμε | λωλαίνατε | λωλαίναν / λωλαίνανε / λώλαιναν |
| Αόριστος | λώλανα | λώλανες | λώλανε | λωλάναμε | λωλάνατε | λωλάναν / λωλάνανε / λώλαναν |
| Μέλλοντας | θα λωλάνω / θα λωλαίνω | θα λωλάνεις / θα λωλαίνεις | θα λωλάνει / θα λωλαίνει | θα λωλάνουμε / θα λωλαίνουμε | θα λωλάνετε / θα λωλαίνετε | θα λωλάνουν / θα λωλάνουνε / θα λωλαίνουν / θα λωλαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω λωλάνει | έχεις λωλάνει | έχει λωλάνει | έχουμε λωλάνει | έχετε λωλάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λωλάνει | είχες λωλάνει | είχε λωλάνει | είχαμε λωλάνει | είχατε λωλάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω λωλάνει / να λωλάνω / να λωλαίνω | να έχεις λωλάνει / να λωλάνεις / να λωλαίνεις | να έχει λωλάνει / να λωλάνει / να λωλαίνει | να έχουμε λωλάνει / να λωλάνουμε / να λωλαίνουμε | να έχετε λωλάνει / να λωλάνετε / να λωλαίνετε | να λωλάνουν / να λωλάνουνε / να λωλαίνουν / να λωλαίνουνε |
| Προστακτική | — | λώλαινε / λώλανε | — | — | λωλάνετε / λωλαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →