Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λωλός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τρελός, ανεύθυνος, απερίσκεπτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λωλός < αρχαία ελληνική ὀλωλώς, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ὄλλυμαι, παθητική φωνή του ρήματος ὄλλυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλωλόςλωλήλωλό
Γενικήλωλούλωλήςλωλού
Αιτιατικήλωλόλωλήλωλό
Κλητικήλωλέλωλήλωλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλωλοίλωλέςλωλά
Γενικήλωλώνλωλώνλωλών
Αιτιατικήλωλούςλωλέςλωλά
Κλητικήλωλοίλωλέςλωλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →