Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λόμπις

/ˈlo.bis/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικότα διάφορα είδη μεγάλων φασολιών (όπως λ.χ. αυτά της φασολάδας, ή οι γίγαντες)· οι φασούλες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λόμπις < (λόμπες) ελληνιστική κοινή λόβ(ος), με τροπή του [v] σε [b], + κατάληξη πληθυντικού -ες, με τροπή του [e] σε [i]

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →