Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λόξα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιοτροπία, η παραξενιά, η τρέλα Βικιλεξικό
  2. η ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, μανία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λόξα < αρχαία ελληνική λοξ(ός) + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλόξαλόξες
Γενικήλόξας—
Αιτιατικήλόξαλόξες
Κλητικήλόξαλόξες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λοξά

επίρρημα
•
  1. με λοξό τρόπο, πλάγια Βικιλεξικό
    • Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι. (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, 1962)

Ετυμολογία

λοξά < λοξός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →