Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λόξιγκας

/ˈlo.ksiŋ.ɡas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ακούσιος σπασμός του διαφράγματος και ο χαρακτηριστικός ήχος που τον συνοδεύει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λόξιγκας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *λόξιγκας < *κλόξιγκας (με ανόμοια αποβολή του /k/) < συμφυρμός ελληνιστική κοινή κλώζω με θέμα κλωξ- + μεσαιωνική ελληνική *λύγκας < αρχαία ελληνική λύγξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλόξιγκαςλόξιγκες
Γενικήλόξιγκαλοξίγκων
Αιτιατικήλόξιγκαλόξιγκες
Κλητικήλόξιγκαλόξιγκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →