Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λύγινος

/ˈli.ʝi.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται, που φτιάχτηκε από ξύλο λυγαριάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λύγινος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λύγινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλύγινοςλύγινηλύγινο
Γενικήλύγινουλύγινηςλύγινου
Αιτιατικήλύγινολύγινηλύγινο
Κλητικήλύγινελύγινηλύγινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλύγινοιλύγινεςλύγινα
Γενικήλύγινωνλύγινωνλύγινων
Αιτιατικήλύγινουςλύγινεςλύγινα
Κλητικήλύγινοιλύγινεςλύγινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →