λύγκας
•
- θηλαστικό ζώοάγριο αιλουροειδές του βορείου ημισφαιρίου (υπό εξαφάνιση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λύγκας < αρχαία ελληνική λύγξ (γενική λυγκός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λύγκας | λύγκες |
| Γενική | λύγκα | λυγκών |
| Αιτιατική | λύγκα | λύγκες |
| Κλητική | λύγκα | λύγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →