Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λύτρωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λυτρώνω η απαλλαγή από δεινά, απόσειση πιεστικών καταστάσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λύτρωση < ελληνιστική κοινή λύτρωσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλύτρωσηλυτρώσεις
Γενικήλύτρωσηςλυτρώσεων
Αιτιατικήλύτρωσηλυτρώσεις
Κλητικήλύτρωσηλυτρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →